Αρχαιολογικά ευρήματα δεικνύουν ότι η Χλώρακα κατοικείτο από αρχαιοτάτων χρόνων, όμως ένεκα της δύσκολης διαβίωσης των κατοίκων καθώς τα εδάφη της ήσαν πέτρινα και άγονα, μέχρι πρότινος ήταν αραιοκατοικημένη με ελάχιστους κατοίκους, έτσι που ο τόπος εκ φύσεως ήταν βλαστημένος με όλα τα είδη άγριας χλωρίδας που ευδοκιμεί στην Κύπρο.

Καθώς όμως στα τέλη του προηγούμενου αιώνα ο κόσμος άκμασε, ντόπιοι και ξένοι επιχειρηματίες ξεχέρσωσαν εξ ολοκλήρου τη φύση μετατρέποντας τη μικρή κοινότητα σε τσιμεντούπολη. Όλη η άγρια χλωρίδα και πανίδα εξαφανίστηκε και σκεπάστηκε κάτω από δρόμους και κτίρια μεγαθήρια. Η ιθαγενής χλωρίδα εξέλειπε σχεδόν παντελώς, και στις αυλές των ψηλών κτιρίων φυτεύτηκαν ως επί το πλείστον ξενόφερτα δέντρα και λουλούδια.

Στη διάρκεια της δικής μου γενιάς έλαχε να επισυμβεί αυτό το μεγάλο κακό, έτσι εγώ έχοντας συναισθήματα ενοχής γι αυτή την καταστροφή, αποφάσισα να περιγράψω μερική ντόπια χλωρίδα ώστε μέσω της ανάγνωσης των γραπτών μου, οι επόμενες γενιές να γνωρίσουν μερικά από τα αμέτρητα είδη άγριας χλωρίδας που βλάσταινε έναν παλαιότερο καιρό στη Χλώρακα.

ΚΑΝΝΑΒΗ

Νόμιμη η καλλιέργειά της για την Κομισιόν, στη Κύπρο απαγορευτική
 Από την κάνναβη παράγεται η μαριχουάνα, το χασίς και το χασισέλαιο. Η μαριχουάνα είναι φύλλα μαζί με ανθό κάνναβης που ονομάζεται φούντα και περιέχει ύλη καννάβεως. Το πιο δυνατό ναρκωτικό είναι μέσα στα φύλλα, τον κορμό και το άνθισμα. Αφού λιώσουν και στεγνώσουν, γίνονται ξερή φυτική ύλη που περιέχει μείγμα φύλλων μαζί με το άνθισμα και τα μικρά κλαράκια του φυτού. Το χασίς περιέχει τα ίδια υλικά αλλά υπάρχει συσκευασία με κολλητική ύλη μέσα. Τα βγάζουν, τα περνούν από φούρνους, κάνουν διάφορα παρασκευάσματα και αφού τα συμπιέσουν γίνονται στερεά όπως την πέτρα. Το χασισέλαιο βγαίνει μετά τη διεργασία του χασίς.
Κάποιοι λαοί θεώρησαν τη κάνναβη δώρο Θεού και τρόπο επικοινωνίας μαζί του. 
Εκτός απο τις θεραπευτικές της ιδιότητες και τις άλλες χρήσεις, έχει και αποτελέσματα στον ψυχισμό του ανθρώπου γι αυτό η ψυχοενεργή ουσία της κατατάχτηκε στις ναρκωτικές ουσίες.
Κάποιοι επιστήμονες ισχυρίζονται ότι δεν είναι ναρκωτικό ως τα κλασικώς παραδεδεγμένα, δεν είναι διεγερτικό, καταπραϋντικό, ηρεμιστικό, ναρκωτικό, παραισθησιογόνο, ή ψευδαισθησιογόνο.  Η λέξη ευφορικόν ίσως προσεγγίζει περισσότερο.
Παρ όλη τη συσσωρευμένη λαϊκή σοφία, η δράση που υποτίθεται ότι έχει η κάνναβη είναι παράδοξη. Οι ασκητές Σαντού στην Ινδία την χρησιμοποιούν παραδοσιακά για να εξευμενίζουν τα ζωώδη ένστικτα, να ελαττώνουν τη λίμπιντο και τη σεξουαλική ενόρμηση. Και ενώ στην Ινδία χρησιμοποιείται για υποβοήθημα στην αυτοσυγκέντρωση ή για διαύγεια στη σκέψη, στις δυτικές χώρες πιστεύεται ότι διαταράσσει την μνήμη και την σκέψη.
Κάποιος που ήταν ποιητής και χασισοπότης, ο Charles  Baudelaire  το 1858 έγραψε για το χασίς:
"Οι αμύητοι που εχουν την περιέργεια να γνωρίσουν τις εξαιρετικές της απολαύσεις, θα πρεπει να ξέρουν ότι δεν θα βρουν στο χασίς τίποτα το θαυμαστό, απολύτως τίποτα, παρά μονο το φυσικό σε υπερβολή. Ο εγκέφαλος και ο οργανισμός, όπου επενεργεί το χασίς, δε θα δώσουν παρά μονάχα τα κανονικά τους φαινόμενα, τα ατομικά, επαυξημένα είναι αλήθεια σε αριθμό και ενέργεια, αλλά σύμφωνα πάντα με την προέλευση τους. Ο άνθρωπος δε θα διαφύγει απ τη μοίρα της φυσικής και ηθικής ιδιοσυγκρασίας του. Το χασίς θα είναι για τις ιδιαίτερες εντυπώσεις και σκέψεις του ανθρώπου, ένας μεγεθυντικός καθρέφτης, αλλά καθρέφτης."
Η ιστορία της κάνναβης και χρησιμότητά της:
Για την καλλιέργεια της κάνναβης δεν απαιτούνται λιπάσματα, φυτοφάρμακα, ή καλά χωράφια διότι είναι αγριόχορτο και φύεται παντού στον πλανήτη, ενώ οι θεραπευτικές της ιδιότητες είναι σπουδαίες αφου είναι αντικαρκινικές και ενισχύουν το ανοσοποιητικό σύστημα.
Έως την δεκαετία του 1960, στη περιοχή της Πάφου στις χαμηλές περιοχές, οι κάτοικοι ασχολούνταν συστηματικά με την καλλιέργεια της κάνναβης ως πηγή εισοδήματος, διότι πριν την απαγόρευση της καλλιέργειας της, είχε τεράστια ζήτηση στο εμπόριο, αφού από αυτην παράγεται φτηνό καλό ανθεκτικό χαρτί, πολύ καλής ποιότητας υφάσματα, βιομάζα για την παραγωγή μεθανίου και μεθανόλης, καθως και λεπτεπίλεπτα λινά έως πανιά για τέντες και σχοινιά.
Η κάνναβη είναι φυτό μονοετές που μπορεί να φθάσει σε ύψος 4 έως 6 μέτρα. Οι ίνες του μίσχου που μπορεί να φθάσει σε διάμετρο 10 cm είναι μακριές και ανθεκτικές και χρησιμοποιούνται για την κατασκευή ανθεκτικότατων σκοινιών, ταπήτων και υφασμάτων όπως ο καναβάτσος. Έως τα μέσα του 20ού αιώνα, αποτελούσε βασική γεωργική καλλιέργεια και εμπορικό προϊόν. Είναι χαρακτηριστικό ότι, μέχρι το 1960 περιπου, οπότε απαγορεύθηκε η καλλιέργεια του φυτού, λειτουργούσαν κανναβουργεία που επεξεργάζονταν την ίνα για τη δημιουργία σκοινιών. 'Έως τότε, πολύ διαδεδομένη επίσης ήταν και η επεξεργασία της κάνναβης ιδιωτικά, προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες των νοικοκυραίων για σχοινιά, τσουβάλια, καμβάδες και κανναβάτσα. Εκτός από ίνες για υφαντά, σχοινιά, σπάγκους και υλικά μονώσεων από το υπέργειο (πάνω από τη γή) μέρος της φυτείας, από τον κορμό παράγεται χαρτί υψηλής ποιότητας (η κάνναβη παράγει τέσσερις φορές περισσότερες ίνες ανά στρέμμα από τα δέντρα, ενώ ο πολτός της δεν περιέχει τα τοξικά υποπροϊόντα του κομμένου ξύλου), σε τέτοιο χαρτί μάλιστα τυπώθηκε και η πρώτη Bίβλος. Ακομα παραγονται υλικά μονώσεων οικοδομής (οι ίνες κάνναβης έχουν άριστες ηχομονωτικές και θερμομονωτικές ιδιότητες). Επισης από τους σπόρους παράγεται τροφή για πτηνά (κανναβούρι), έλαιο για καλλυντικά, σαπούνια, κτηνοτροφές, βερνίκια κ.ά. O πολτός της, ακόμα, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως καύσιμη ύλη.
Κατασκευλη σχοινιών:
Μέσα σε λιγότερο από 40 χρόνια οι αξίες της κάνναβης και η ιστορία της ξεχάστηκαν.
Όσοι γεννήθηκαν στη Χλώρακα πριν το 1955, αλλά και αλλού, ενθυμούνται καλώς και λεπτομερώς τις απέραντες εκτάσεις από κάνναβη που εφύοντο σε όλους τους αγρούς της Κοινότητας. Ήταν μια από τις κύριες πηγές εισοδημάτων των κατοικων, και όλοι ασχολούνταν με την καλλιέργεια της. Από διήγηση του Κώστα Λιασίδη ηλικίας 84 ετών, καταγράφουμε τα εξής:
Η κάνναβη ένα θαμνώδες φυτό με οδοντωτά φύλλα και ραβδωτά στελέχη  που διακρίνεται για τη μεγάλη ικανότητα προσαρμογής σε διαφορετικές κλιματολογικές συνθήκες, βλαστάνει εύκολα, πολλές φορές αυτοφύεται, και δεν χρειάζεται άλλη φροντίδα εκτός από το πότισμα, επίσης δεν αφήνει ζιζανιοκτόνα να βλαστήσουν στις ρίζες της. Ο ξυλώδης κορμός του αποτελείται από λεπτές στερεές ίνες, ενώ στη μεση είναι κούφιος, και όταν ξεραθεί ενε μαλακός και ελαφρύς.
Η διαδικασία καλλιέργειας της άρχιζε τον μήνα Απρίλιο με τη πλημμύριση των χωραφιών με νερό, και όταν εγιωρκούσε (γινόταν αφράτο και στεγνό αλλά δροσερό από νερό), το όργωναν, το σαράκλιζαν (με ειδικό βαρετό ξύλο που το έσερναν βόδια, το ισοπέδωναν), και κατασκεύαζαν λασάνια (μικρές περιοχές τεσσάρων τετρ. μέτρων περιπου που στις άκριες το χώμα ήταν ανασηκωμένο ώστε να κολυμπώνει μέσα το νερό), και ακολούθως έσπερναν το κανναβούρι και το πότιζαν κάθε οκτώ μέρες πλημμυρίζοντας τα λασάνια με νερό.
Στους δυο μήνες περιπου έπαιρνε το ύψος του και άνθιζε δημιουργώντας φούντες άλλες αρσενικές και άλλες θηλυκές, από τις οποίες όταν ωρίμαζαν γινόταν το κανναβούρι.
Μέσα στο κατακαλόκαιρο κατά τον μηνά Αύγουστο ήταν ώριμο πλέον για εκρίζωση. Οι ρίζες του ήταν μικρές και επιτόπιες, έτσι που ξεριζωνόταν εύκολα. Τα έδεναν σε λεπτά δεμάτια και τα τοποθετούσαν όρθια σε σχήμα τεράστιας πυραμίδας, μια τεράστια σωρό την οποία ονόμαζαν «σκουλιά», ώστε να μαραθούν και να ξεραθούν εντελώς από τον ήλιο. Ύστερα τα αντίνασσαν, δηλαδή τα χτυπούσαν πανω σε κανναβάτσους που άπλωναν στο εδαφος, ώστε να αποκολληθεί το κανναβούρι από τις φούντες και να το μαζέψουν. Μ αυτό τον τρόπο απογυμνώνονταν οι κορμοί των κανναβιών από κανναβούρι και φύλλα, τους οποίους μούλιαζαν μέσα σε λίμνες με νερό για 15 μέρες περιπου, ώστε ο ξυλώδης ξερός από τον ήλιο κορμός των φυτών, να μαλακώσει και να γίνει ευλύγιστος και να μήν σπάζει. Ακολούθως τους ξέπλεναν τρίβοντας τους καλά ώσπου να φύγει η μούχλα του νερού από την φλούδα και να ξασπρίσουν, και ακολούθως τους άπλωναν ένα ένα δεμάτι στον ήλιο για να στεγνώσουν. Την  άλλη μέρα έλυναν τα δεμάτια και τα τοποθετούσαν στη «μελιτσιά» και τα κοπανούσαν ώσπου να διαχωριστούν οι ίνες, τις οποίες και αποθήκευαν σε σακούλες έτοιμες ως εμπόρευμα προς πώληση. Μεγάλοι χοντρέμποροι που αγόραζαν τα μεταποιημένα σε ίνες καννάβια, ήταν ο Κωνσταντής Πενταράς που τα μεταπωλούσε στη Λεμεσό και τη Λευκωσία, επίσης υπήρχε μια βιοτεχνία στη Μεσόγη που ασχολείτο με την κατασκευή σχοινιών και φορτωμάτων, που και αυτός προμηθευόταν την πρώτη υλη από τους Χλωρακιώτες παραγωγούς.

Οι Γεωργοπαραγωγοι κανναβιού όταν για τις ανάγκες τους για τα ζώα τους, έκαμναν οι ιδιοι τη διαδικασία της κατασκευής σχοινιού, απαιτούσε ιδιαίτερο κόπο. Ο ξυλώδης κορμός του φυτού το κανναβόξυλο, έπρεπε να χτυπηθεί με τις «μελιτσιές» που ήταν ξύλινα εργαλεία, ώστε να σπάσει εντελώς. Με τις «μελιτσιές» γινόταν εφικτός ο διαχωρισμός του ξύλου από τα αποξηραμένα φυτά, εκ των οποίων ο κορμός διαχωριζόταν σε ίνες και η φλούδα φυλαγόταν για προσάναμμα της φωτιάς. Έπειτα σειρά έπαιρνε η επεξεργασία των ινών με τη βοήθεια της «ανέμης» και του «δουλαπιού», που ήταν ξύλινα εργαλεία. Μετά την επεξεργασία των ινών, τα σχοινιά ήταν έτοιμα.

ΒΑΤΟΣ

Ακανθώδης θάμνος. Ανήκει στην οικογένεια των ροδανθών που περιλαμβάνει πολλά είδη. Καρπός της βάτου είναι τα βατόμουρα. Αναφέρεται στο περιστατικό της κλήσης του Μωυσή από το Θεό. Μέσα από μια βάτο που είχε πάρει φωτιά αλλά δε καιγόταν, ο Κύριος κάλεσε το Μωυσή να οδηγήσει το λαό Ισραήλ, από την Αίγυπτο στη γη Χαναάν.
Κατά την Ελληνική μυθολογία, ο  Βάτος ήταν, κατά τη μυθολογία, έμπορος ρούχων και επειδή γινόταν πολύ φορτικός στις γυναίκες για να πουλήσει το εμπόρευμά του, αυτές, παραπονέθηκαν στον Δία που τον μεταμόρφωσε στο γνωστό αγκαθωτό φυτό. Γι’ αυτό και σήμερα, υποστηρίζοντας τους εμπόρους - τέως συναδέλφους του-, σκίζει τα ρούχα των ανθρώπων ώστε να αγοράζουν καινούρια. 
Όποιος πέρασε τα παιδικά του χρόνια σε χωριό γνωρίζει καλά τους πασίγνωστους θάμνους με τους γλυκόξινους καρπούς και έχει δοκιμάσει την ευχάριστη και δροσιστική γεύση τους.
Τα βατόμουρο χρησιμοποιείται στη ζαχαροπλαστική, στην αρτοποιία, γίνονταιμαρμελάδες.
Επίσης απο τα βατόμουρα παράγεται κρασί και ξίδι
Τα βλαστάρια, τα φύλλα, τα λουλούδια, οι καρποί και οι ρίζες.
Αυτόν το Θάμνο που πολλοί Έλληνες χωρικοί τον θεωρούν ζιζάνιο των αγρών,στη Γαλλία, στη Γερμανία και στην Αγγλία τον καλλιεργούν συστηματικά για ταβατόμουρα του. Ευδοκιμεί στους φράχτες των αγροκτημάτων και σε χέρσουςαγρούς. Τα φύλλα του, τα βλαστάρια του και τις ρίζες του τα μαζεύουμε τηνάνοιξη και τους καρπούς του το καλοκαίρι.
Τα μπουμπούκια μπορούμε να τα μαζέψουμε την άνοιξη, να τα βάλουμε σεγυάλινο βάζο και να τα εκθέσουμε στον ήλιο ώσπου να εκχύσουν ένα χυμό σανσιρόπι, που μπορούμε να το χρησιμοποιούμε για επούλωμα των πληγών και γιογαργάρες σε επίμονο ξερόβηχα.
Ιδιότητες
Τα φύλλα του βατόμουρου όπως και τα τρυφερά κλαδιά και τα μπουμπούκιαχρησιμοποιούνται από τη λαϊκή Φαρμακευτική για γαργάρες ή με λίγο μέλι γιαπονόλαιμο, στοματίτιδα, φαρυγγίτιδα, ουλίτιδα, άφθες, πονόδοντο.
θεωρείται αντιδιαβητικό και βοηθούν νο σταματήσει η διάρροια.
Η αιμοστατική τους ιδιότητα τα κάνει πολύτιμα σε μητρορραγίες ενώ πιστεύεταιότι το αφέψημα των φύλλων διευκολύνει τη γέννα αν πίνει η έγκυος από τον 6ο μήνα ένα φλιτζάνι την ημέρα. Ακόμη, θεωρείται καλό εμμηναγωγό.
Έχουν διουρητική δράση γι αυτό είναι πολύτιμο για όσους έχουν πέτρες στανεφρό, ή αρθριτικά ή ρευματισμούς λόγω αυξημένου ουρικού οξέος
Το αφέψημα τους κάνει καλό και στις αιμορροΐδες αλλά και σε δυσπεψίες, ξινίλες και φλόγωση του στομάχου (είναι αντιφλογιστικό και το πίνουν οι έγκυοι γιο νααποφύγουν αποβολή και οι λεχώνες για να αυξηθεί το γάλα τους. Εχουν επίσηςτονωτική ιδιότητα σε αναιμία.
Πώς χρησιμοποιείται
Σαν αφέψημα 25 γρ. σε ένα Λίτρο νερό  χρησιμοποιείται για γαργάρες σεουλίτιδα και κυνάγχη και για ξέπλυμα πληγών τις οποίες βοηθά να επουλωθούν.
Αν αν βράσουμε 20 κορυφές βατομουριάς σε ένα λίτρο νερό μέχρι να μείνει τομισό κι αφού τα περάσουμε από σουρωτήρι δίνουμε μισό κρασοπότηρο κάθεπρωί και βράδυ σας κοπέλες σαν εμμηναγωγό, στις γυναίκες για μητρορραγίες, δυσμηνόρροιες και σε οποιονδήποτε υποφέρει από πέτρες στα νεφρά, αρθριτικά και ρευματισμούς.
Το αφέψημα της ρίζας χρησιμοποιείται ως στυπτικό σε διάρροια και σε υπέρταση(ρίχνει απότομα την πίεση) Στις δύο αυτές περιπτώσεις πλένουμε καλά τη ρίζα,τη βράζουμε και πίνουμε ποτηράκια τη μέρα. Και επειδή ίο αφέψημα της ρίζαςαφήνει κατακάθι, πρέπει να αναταράζεται πριν από κάθε χρήση.
Σαν έγχυμα για να κατέβει το επίπεδο του διαβήτη. Ρίχνουμε οε ένα λίτρονερό που βράζει, 25 γραμμάρια, φύλλα και ρίζες βατομουριάς και τα αφήνουμεγύρω σία 10 λεπτά. Το πίνουμε όσο ακόμα είναι ζεστό
Το αφέψημα και το έγχυμα πρέπει να σουρώνονται με τουλπάνι μερέζα, τσεμπέρι) για να μη περάσουν αγκαθάκια.
Μια χούφτα φύλλα σε ένα λίτρο νερό που βράζει δύο λεπτά και μετά ναπαραμείνουν 10 λεπτά στο νερό πριν σουρωθούν, είναι κατάλληλο να το πίνειόποιος πάσχει οπό αιματουρίες, δυσπεψία, διαβήτη.
Για τον διαβήτη συνιστάται 30-50 σταγόνες από υγρό εκχύλισμα βατομουριάςπριν από κάθε γεύμα.
Εκτός από τους διαβητικούς, όλοι οι άλλοι μπορούν να γλυκαίνουν τη στυφήγεύση των φύλλων και βλασταριών με μέλι.
Μπορούμε να ετοιμάσουμε ένα σιρόπι που επουλώνει πληγές και τις κάνει να μηπονούν, αν μαζέψουμε την άνοιξη μπουμπούκια βατόμουρων, τα βάλουμε σεένα μπουκάλι χωρίς νερό ή άλλο υγρό και τα αφήσουμε στον ήλιο.
Για να φτιάξουμε σιρόπι για τις διάρροιες, βράζουμε 7 μέρη χυμό φρέσκων βατόμουρων με 10 μέρη καφέ ζάχαρη ώσπου να σοροπιάσει.

Οι καρποί βατόμουρα είναι δροσιστικοί εύπεπτοι, καταπραϋντικοί και στυπτικοί

ΚΟΥΡΤΟΥΝΙΑ

Η κουρτουνιά ή κρουτουνιά ή ρετσινολαδιά είναι ο Ρίκινος ο κοινός, ενώ στην αρχαιότητα την ελεγαν κρουτούνι, κουρτούνι κλπ. Είναι το δενδροειδές φυτό από το οποίο κλώνοι του τοποθετούνται έξω από τα σπίτια κάθε ηττημένου ύστερα από πολιτικές εκλογές αντι για χλευασμού.
Ηταν γνωστή στους αρχαίους Αιγυπτίους και κουκούτσια της έχουν αποκαλυφθεί σε τάφους (2000 π.Χ.). Επίσης ηταν γνωστή στους αρχαίους Έλληνες που οπωε και οι Αιγύπτιοι χρησιμοποίησαν το έλαιο που παράγεται οπό τα σπέρματα της. Στην αρχαιότητα το ρετσινάλαδο το χρησιμοποιουσαν για φωτισμό και για παρασκευή αλοιφών. Από του 18ου αι. μ.Χ. άρχισε να χρησιμοποιείται και ως φάρμακο εσωτερικής χρήσεως ως ήπιο καθαρτικό.
Η Κουρτουνιά είναι φυτός ιθανές της τροπικής Αφρικής και σήμερα απαντάται ως αυτοφυές ή καλλιεργούμενο σε πολλές τροπικές και εύκρατες περιοχές του πλανήτη μας.
Στην Κυπρο απαντάται ως αυτοφυές στις άκρες δρόμων, αγρών, οικοπέδων, σε τόπους ρίψεως μπαζών και σκουπιδιών. Αγαπά τα εύφορα και υγρά εδαφη. Είναι θάμνος ή δέντρο, αλλά μπορεί να είναι και ετήσιο φυτό, ανάλογα με τις κλιματολογικές συνθήκες   και  την  περιοχή όπου   αναπτύσσεται.   Στις τροπικές  περιοχές  γνωρίζει   μεγάλη ανάπτυξη.
Το φυτό έχει βλαστό όρθιο, με φύλλα μεγάλα, μαλακά, παλαμοσχιδή, λογχοειδή και οδοντωτά. Τα άνθη είναι απέταλα και ο καρπός του με περικάρπιο αγκαθωτό περιέχει τρία καστανόχρωμα μεγάλα κουκούτσια τα οποια περιέχουν 50% λιπαρό έλαιο, το ρετσινόλαδο το οποίο λαμβάνεται με έκθλιψη των κουκουτσιών.
Το ρετσινόλαδο αποτελείται από μείγμα γλυκεριδίων, λιπαρών οξέων, κυριώτερο από τα οποία είναι το ρικινελαϊκό οξύ, διυδροξυοτεαρικό οξύ, λινολεϊκό οξύ και κεκορεσμένα οξέα. Άλλα συστατικά του ρετσινόλαδου είναι το αλκαλοειδές ρικινίνη, η βιταμίνη Ε και άλλα. Η απόχρωσή του είναι υποκίτρινη και είναι σχεδόν άοσμο. Το ρετσινόλαδο ονομαζεται και καστορέλαιο και τα παράγωγά του έχουν εφαρμογές στην κατασκευή σαπουνιών, λιπαντικών, υδραυλικών και υγρών φρένων, χρωστικών ουσιών, βαφών, βερνικιών, μελανιών, ανθεκτικών στο ψύχος πλαστικών, στιλβωτικών και στιλπνοτικών, νάιλον, φαρμακευτικών ειδών και αρωμάτων. Είναι ένα από τα σημαντικότερα βιομηχανικά έλαια και υπήρξε από τα πρώτα εξαγώγιμα διεθνή εμπορικά προϊόντα.
Η Κουρτουνιά ευδοκιμεί σε όλα τα εδάφη τα οποία στραγγίζουν καλά, αλλά κυρίως στα αμμοαργιλώδη. Προτιμά καιρό ζεστό και υγρό, αλλά αντέχει και στην ξηρασία, καθώς και σε ψύχος μερικών βαθμών κάτω από το μηδεν.
Στην Ιατρική το ρετσινόλαδο χρησιμοποιείται κυρίως ως καθαρτικό. Η καθαρτική του ενέργεια οφείλεται οτο ρικινελαϊκό οξύ, το οποίον είναι ερεθιστικό και απελευθερώνεται με τα γαστρικά υγρά μέσα στο έντερο. Δρα σε πέντε ώρες περίπου, αυξάνοντας τις περισταλτικές κινήσεις του εντέρου.
Το ρετσινόλαδο χρησιμοποιείται επίσης για φωτισμό, ως βρώσιμο έλαιο ύστερα από ειδική επεξεργασία, καθώς και ως επίχρισμα των τοίχων και της οικοδομικής ξυλείας για την προστασία τους από την επίδραση της υγρασίας και από το σαράκι. Τα ωμά σπέρματα της ρετσινολαδιάς είναι εξαιρετικά δηλητηριώδη και αρκούν 3-10 από αυτά, να επιφέρουν τον θάνατο.
Σύμφωνα με τον Διοσκουρίδη η κουρτουνιά και τα παράγωγα της είχαν μεγάλη οικονομική σημασία για τους λαούς της αρχαιότητας και ευρύτατη χρήση στην φαρμακευτική και την θεραπευτική, χαρακτηριστικά, τα οποία διατηρεί μέχρι και σήμερα.
Στην Ινδία καλλιεργείται ευρύτατα το φυτό αυτό και παράγεται ετησίως περί τους 500.000 τόνοι ελαίου, το οποίο χρησιμοποιείται κυρίως στην βιομηχανία, ειδικά για την λίπανση λεπτών μηχανισμών. Αφού υποστεί ειδική επεξεργασία το ρετσινόλαδο μπορεί να καταστεί βρώσιμο για τον άνθρωπο.
Στη Φασιστικη Ιταλία το καθεστώς του Μπενίτο Μουσσολίνη χρησιμοποίησε την υποχρεωτική κατάποση ρετσινόλαδου ως μέσου πολιτικής τρομοκρατίας.
Οι αντιφρονούντες υποχρεώνονταν να καταναλώσουν μεγάλες ποσότητες ρετσινόλαδου από τους παρακρατικούςΜελανωχίτες. Τα θύματα αυτού του βασανιστηρίου παρουσίαζαν έντονη διάρροια και αφυδάτωση, που συχνά οδηγούσαν στο θάνατο.
Ορισμένες φορές, όταν οι μελανοχίτωνες επιθυμούσαν να βεβαιωθούν ότι το θύμα τους θα πέθαινε, αναμίγνυαν το ρετσινόλαδο με βενζίνη.  Χαρακτηριστικά λεγόταν ότι η ισχύς του Μουσσολίνι στηριζόταν "στο ρόπαλο και το ρετσινόλαδο".
Το βασανιστήριο του ρετσινόλαδου εφαρμόστηκε στην Ελλάδα από τη δικτατορία Μεταξά, το Καθεστώς της 4ης Αυγούστου, καθώς και από τους Εγγλέζους στην Κύπρο κατά τη διαρκεια του αγώνα της ΕΟΚΑ.
Ο ιστορικός Σπύρος Λιναρδάτος στο βιβλίο του "Η 4η Αυγούστου"αναφέρεται στη μέθοδο βασανισμού:
«Στο τραπέζι του ανακριτή – βασανιστή υπήρχαν τρία ποτήρια, το ένα με 30 δράμια, το άλλο με 75 και το τρίτο με 100 δράμια ρετσινόλαδο. Αν ο ανακρινόμενος δεν ομολογούσε ή δεν υπέγραφε του έδιναν να πιει το πρώτο ποτήρι. Στην περίπτωση που αρνιόταν και έφερνε αντίσταση άρχιζαν το άγριο ξυλοκόπημα, το φάλαγγα ή χρησιμοποιούσαν άλλες μεθόδους βασανισμού.
Ύστερα από μισή ώρα, εφόσον ο αρχιβασανιστής ανακριτής το θεωρούσε σκόπιμο, ακολουθούσε το δεύτερο στάδιο ανάκρισης και ο κρατούμενος έπινε το δεύτερο ποτήρι των 75 δραμίων. Αν η αντίσταση του κρατουμένου ήταν μεγάλη, ύστερα από ένα τετράωρο γινόταν και η τρίτη "ανάκρισις" και τον υποχρέωναν να πιει ένα ποτήρι των 100 δραμίων.

Σε αυτό το διάστημα και αρκετές ώρες ύστερα από την επενέργεια του καθαρτικού, ο κρατούμενος ήταν κλεισμένος στο κελί του και δεν του επέτρεπαν να πάει στο αποχωρητήριο. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο κρατούμενος γινόταν αληθινό ράκος και το κελί, στο οποίο τον άφηναν κλεισμένο τέσσερις, πέντε και περισσότερες μέρες, αληθινός υπόνομος.»

ΑΦΡΟΔΙΣΙΑΚΑ ΒΟΤΑΝΑ ΠΟΥ ΑΝΕΒΑΖΟΥΝ ΤΗ ΔΙΑΘΕΣΗ ΞΙΑ ΣΕΞ

Η έλλειψη ερωτικής επιθυμίας είναι μια από τις σημαντικότερες παρενέργειες του σύγχρονου τρόπου ζωής. Η οικονομικη κριση, το μνημονιο της Ρροικας, οι έντονοι ρυθμοί, το άγχος και οι συνεχείς υποχρεώσεις δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για τη χαλάρωση που απαιτείται ώστε να προκύψει και η ανάγκη για σεξουαλική επαφή.
Υπάρχουν όμως βότανα και μπαχαρικά που προκαλούν διέγερση κινητοποιώντας εντονότερη κυκλοφορία του αίματος, πράγμα που επιφέρει σεξουαλική διέγερση.
Με το άρωμά τους και το ξύπνημα της σεξουαλικής ενέργειας τα βότανα και τα μπαχαρικά ενδυναμώνουν τις αισθήσεις.

ΚΑΝΕΛΑ: 
Τονώνει την κυκλοφορία του αίματος και αυξάνει τη θερμοκρασία του σώματος, έτσι με αυτό τον τρόπο αυξάνεται η λίμπιντος.
ΜΕΝΤΑ: Διεγείρει την κυκλοφορία του αίματος και αυξάνει τη θερμοκρασία του σώματος. Λέγεται, μάλιστα, ότι ο Αριστοτέλης είχε συμβουλεύσει το Μέγα Αλέξανδρο να μην αφήνει τους στρατιώτες του να πίνουν τσάι μέντας πριν από τη μάχη, για να αποφεύγουν την ερωτική διέγερση και την επακόλουθη απώλεια των δυνάμεών τους.
ΜΟΣΧΟΚΑΡΥΔΟ: Θεωρείται αφροδισιακό, και διδικότερα θεωρείται ότι αυξάνει τον αισθησιασμό.
ΦΑΣΚΟΜΗΛΟ: Χρησιμοποιείται για τη σωματική και την πνευματική τόνωση. Θεωρείται ότι έχει και διεγερτικές ιδιότητες και παραδοσιακά χρησιμοποιείται από τους άνδρες μεγαλύτερης ηλικίας με σκοπό τη διατήρηση της στυτικής λειτουργίας.
ΜΕΛΙ: Μαζί με το βασιλικό πολτό θεωρούνται αφροδισιακά, κυρίως λόγω της υψηλής θρεπτικής τους αξίας.
ΑΓΚΙΝΑΡΑ: Βοηθά στη θεραπεία πολλών ασθενειών. Οι αφροδισιακές του ιδιότητες είναι περισσότερο απόρροια αυτής της θεραπευτικής του δράσης. Για τα αφεψήματα και τα εκχυλίσματα χρησιμοποιούνται κυρίως τα φύλλα, η ρίζα και το κοτσάνι του φυτού.
ΚΟΛΙΑΝΤΡΟΣ: Θεωρειται εξαιρετικό αφροδισιακό.
.ΜΑΙΝΤΑΝΟΣ: Οι αρχαίοι Ελληνες και οι Ρωμαίοι μασούσαν συχνά μεγάλες ποσότητες μαϊντανού γιατί θεωρούσαν ότι το άρωμά του τόνωνε τον εγκέφαλο και το σώμα και βοηθούσε τη δημιουργικότητά τουςΘ εωρείται επίσης και αφροδισιακός.
ΜΑΡΑΘΟΣ: Ο μάραθος ήταν το φυτό σύμβολο της επιτυχίας στην αρχαία Ελλάδα. Θεωρείται καλό αφροδισιακό χάρη στο αιθέριο έλαιό του το οποίο περιέχει τις ουσίες φευχόνη, φελανδρένια, ανισοκαμφορά, ανιθόλ, πινένια και ανισοκετάνη.
ΡΟΔΙΑ: Ο χυμός του ροδιού περιέχει πολλές βιταμίνες, φώσφορο, ασβέστιο, κάλιο, σίδηρο και νάτριο και θεωρείται πολύ αφροδιασιακός.
ΤΣΟΥΚΝΙΔΑ: Από την αρχαιότητα ήταν γνωστό ότι τονώνει το σώμα και είναι αφροδισιακή. Οι πρακτικοί γιατροί θεωρούν ότι για να διατηρηθούν οι αφροδισιακές της ιδιότητες θα πρέπει να φάμε βρασμένες τις κορυφές του φυτού.

ΤΡΙΒΟΛΙ: Χρησιμοποιείται για τις αντικαταθλιπτικές, αφροδισιακές και τονωτικές του ιδιότητες, αλλά κυρίως για τη συμβολή του στην ενεργοποίηση της τεστοστερόνης.